σκάμνα

σκάμνα
η, Ν
σκαμνί για δύο ή περισσότερα άτομα, πάγκος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σκαμνί + μεγεθ. κατάλ. -α (πρβλ. κεφάλ-α)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • IMPERIA — vox memorata, in Pandectis. l. 3. tit. de supell. leg. ubi enumerantur quae continentur supellectile legatâ; scilicet Mensae, Trapezophora, Delsicae, Subsellia, Scamna, Lecti etiam inargentati, Culcitae, Toralia, Imperia (sic Florentinae) Vasa… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σκάμνιο — το, Ν το μούρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. συκάμινον (πρβλ. σκάμνα, τα)] …   Dictionary of Greek

  • σκάμνο — το, Ν συν. στον πληθ. τα σκάμνα οι καρποί τού δέντρου μουριά, αλλ. σκαμνόμουρα ή μούρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συκάμινα, με συγκοπή τού υ και τού ι ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”